Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Η Κληματαριά...




Η Κληματαριά…

-Τι έπαθες κυρία Ελένη, εσύ είσαι έτοιμη να κλάψεις, τα καράβια σου  βουλιάξανε;
-Κύριε Γιάννη, για κοίταξε εδώ, μου είπε δείχνοντας μου τον κορμό της μεγάλης κληματαριάς, που σκέπαζε ολόκληρη την αυλή και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

Η κυρία Ελένη, είχε χάσει νωρίς τον άντρα της. Μια μικρή σύνταξη δεν έφτανε, να συντηρήσει την οικογένεια της, δυο παιδιά που πήγαιναν στο σχολείο, είχαν έξοδα κι’ έτσι νοίκιαζε και το μικρό εξοχικό της, δίπλα στο δικό μου.

Την τελευταία φορά, έμενε μια οικογένεια μεταναστών. Μια χαρά άνθρωποι ήταν δηλαδή, τουλάχιστον αυτό έδειχναν. Η κυρά Ελένη όμως τους είχε ζητήσει, να φύγουν το συντομότερο.  Δεν πλήρωναν το ενοίκιο ως όφειλαν, μου είχε πει μια μέρα. Ήδη μου χρωστάνε ενοίκια τριών μηνών, δεν είναι καλοί άνθρωποι κύριε Γιάννη.

Εκείνο το πρωί λοιπόν, έφτασε στο εξοχικό της για να δει τι συνέβη. Κάποιος άλλος γείτονας, την ειδοποίησε πως οι άνθρωποι που νοίκιαζαν το σπίτι της, έφυγαν και η πόρτα του σπιτιού παρέμενε ανοιχτή.

-Βλέπεις κύριε Γιάννη, η κακία των ανθρώπων που έφτασε; Εγώ  σου είπα τότε πως αυτοί δεν ήταν καλοί άνθρωποι, τι τους έφταιγε η κληματαριά μου;

Ο άνθρωπος λοιπόν αυτός ήταν φονιάς, θα μπορούσε να εκτελέσει ποιο εύκολα τον συνάνθρωπο του, για ασήμαντη αιτία, πως και έπεσα τόσο έξω, δεν το πιστεύω.

Για να εκδικηθεί λοιπόν τη γυναίκα, η οποία το αυτονόητο έκανε, να τον διώξει δηλαδή, αφού δεν ήταν εντάξει στις υποχρεώσεις του, πήρε το πριόνι και έκοψε τον κορμό της κληματαριάς, πολύ χαμηλά, τόσο χαμηλά που να μην έχει τη δυνατότητα, να βγάλει καινούργιους βλαστούς.

Έριξα μια ματιά στα μαραμένα της φύλλα, μα και στα κέρινα σταφύλια, που άρχιζαν να παίρνουν το χρώμα το «κεχριμπαρένιο» και η καρδιά μου πόνεσε. Αυτή η κληματαριά, θα ήταν τουλάχιστον είκοσι χρόνων.

Γιατί θεέ μου τόσο μίσος;

Το μόνο που μπορούσα να κάνω, ήταν με τη βοήθεια και άλλων που εν τω μεταξύ είχαν έρθει από τα γύρω σπίτια, να μαζέψουμε σταφύλια, βλαστούς και κλαδιά και να τα πετάξουμε.

-Το πουλάω κύριε Γιάννη μου είπε, δεν μπορώ να το συντηρήσω, βοηθείστε κι’ εσείς να βρω κάποιον αγοραστεί.

Η κυρά Ελένη όμως δεν περίμενε και πολύ χρόνο, πολλοί ήθελαν να το αγοράσουν, γιατί ήταν σε καλό μέρος, μα και άνετο για μια οικογένεια για εξοχικό, ή μόνιμη κατοικία ήταν ότι έπρεπε και σε καλή τιμή.

-Καλημέρα είπα στον καινούργιο μου γείτονα, αν θελήσετε κάποια βοήθεια  τώρα στην αρχή να μου πείτε.
-Σας ευχαριστώ πολύ μου απάντησε, ελάτε να σας κεράσω για τα καλορίζικα.
-Μια άλλη φορά του είπα δεν θα χαθούμε. Πρόσεξα όμως πως καθάριζε το χώμα γύρω από τον κορμό της κληματαριάς, που μόλις και προεξείχε.
-Η κληματαριά αυτή έχει ιστορία…
-Ξέρω, με πρόλαβε εκείνος, την έκοψε κάποιος ξένος που έμενε εδώ, για να 
εκδικηθεί την κυρά Ελένη. Τον βρήκε όμως η αστυνομία από ότι έμαθα και τον απέλασε. Πιστεύω πως, καινούργια βλαστάρια θα βγάλει σύντομα, δύο με τρία τουλάχιστον μάτια, έχει εδώ κάτω, κάτω.

Πέρασαν τα χρόνια και την αυλή του Κώστα, του καλού μου γείτονα, τη σκεπάζει η αναγεννημένη κληματαριά, με τα υπέροχα κέρινα σταφύλια.

Ακόμα μια ρακή κυρ Γιάννη;

Έτσι περνάμε ακόμα και σήμερα, κουτσομπολεύοντας τη ζωή κι’ ας μας κουνάει το μαντήλι, ποιος της δίνει σημασία. Καλή καρδιά.

Πόσο αλήθεια ωραίο πράγμα είναι, όταν ο άνθρωπος είναι άνθρωπος. Λόγια του κωμικού ποιητή, Μένανδρου του Αθηναίου.

Ὡς χαρίεν ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ