Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Τα τσομπανόσκυλα...






Τα τσομπανόσκυλα…

Το ταβερνάκι του Γιώργη, στις νότιες παρυφές του μικρού χωριού, τα χρόνια εκείνα, ήταν τα βράδια πάντα γεμάτο, με εκείνους τους απλούς ανθρώπους, τους γεμάτους ανθρωπιά. Μια ζεστή φιλική γωνιά με εξαιρετικά φαγητά και φίνο κρασάκι, από τα δικά του τ’ αμπέλια.

Εκείνο το σαββατιάτικο βράδυ, στην αυλή της ταβέρνας, οι παγωμένες μπύρες είχαν την τιμητική τους.
Εβίβα ο ένας, στην υγεία μας ο άλλος και τέλος άσπρο πάτο, τ’ αστέρια κατέβηκαν για πάρτι, με τις πυγολαμπίδες. 

Περασμένα μεσάνυχτα και το ταβερνάκι το μικρό, άρχισε να αδειάζει σιγά, σιγά. Το δρόμο φώτιζε η αυγουστιάτικη πανσέληνος, ότι έπρεπε δηλαδή για τη θολούρα των ματιών.
Βάδιζα αργά για το σπίτι, ένα μικρό δωμάτιο νοίκιαζα, μα ένιωθα άνετα με τους εξαιρετικούς εκείνους ανθρώπους, που με φιλοξενούσαν.

Τα φοβερά, μεγαλόσωμα τσομπανόσκυλα, τα είδα να με πλησιάζουν, κουνώντας την ουρά τους, λες κι’ ήμουνα εγώ το αφεντικό τους.
Μπα, είπα, πως και βρέθηκα εδώ, ως φαίνεται  θα πήρα το μικρό δρομάκι, που οδηγεί στο μεγάλο μαντρί του γέρο Μενέλαου.

Το έδαφος μύριζε έντονα, είχα φτάσει λοιπόν στη μεγάλη στάνη, με τα χίλια πρόβατα του γέρο Μενέλαου. Και τα σκυλιά, αυτά τα θηρία, καθόταν δίπλα μου, με άφηναν να τα χαϊδεύω και να τους μιλώ, ναι, ρωτούσα ένα, ένα, να μου πει το όνομα του, κρατώντας του το πόδι.

-Κύριε Γιάννη,
-κύριε Γιάννη, άκουσα κάποια στιγμή τις φωνές του Γιώργη, μα και του γέρο Μενέλαου. Μπα, τι δουλειά έχουν αυτοί τέτοια ώρα εδώ σκέφτηκα, μα και τι να με θέλουν άραγε.
-Εδώ είμαι τους φώναξα.

Πλησίασαν με την ψυχή στο στόμα.
-Μια ώρα σε ψάχνουμε μου είπαν, σε είδαμε λιγάκι πιωμένο – το λιγάκι τι το ήθελαν τώρα - και πήγαμε στο σπίτι, να βεβαιωθούμε πως έφτασες καλά.
-Και γιατί να πάω στο σπίτι, τους αποκρίθηκα, βρήκα εδώ την παρέα μου.
-Μα πως γίνεται αυτό, κανονικά τα σκυλιά θα έπρεπε να σε είχαν κάνει, κομμάτια, μου είπε ο γέρο Μενέλαος, κάνοντας το σταυρό του, βλέποντας τα, να κάθονται δίπλα μου και να γρυλίζουν επικίνδυνα, έτοιμα να επιτεθούν στον Γιώργη.

Το κεφάλι μου πονούσε πολύ, κοντά μεσημέρι πλησίαζε, το παράκανα στον ύπνο σκέφτηκα, μα ήπια το κρύο καφεδάκι που μου είχε αφήσει, ζεστό βέβαια από το πρωί, η κυρά Ελένη, η νοικοκυρά του σπιτιού.  

Βγήκα έξω και κοίταξα απέναντι το μικρό λοφίσκο με τη στάνη του γέρο Μενέλαου. Το κοπάδι είχε χαθεί, πίσω από τη μικρή ρεματιά, μα άκουγα καθαρά τα γαυγίσματα των σκύλων.
Για στάσου είπα, αλήθεια ήταν η χθεσινή μου βόλτα στο μαντρί, δεν ήταν όνειρο. Και τα σκυλιά, παράξενο, τόσο φιλικά μαζί μου, τι να συνέβη άραγε;

-Μονολογείς κύριε Γιάννη; με ρώτησε η κυρά Ελένη που ήταν στην αυλή, χωρίς να την προσέξω.
-Ναι κυρία Ελένη, λέω πως καμιά φορά, φίλους μπορεί να βρεις και μέσα στην κοπριά, κι’ αυτή η φιλία κυρία Ελένη, δε θα σε προδώσει ποτέ.