Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Πίνακας ζωγραφικής.





Πίνακας ζωγραφικής;

Μόλις είχε περάσει η μπόρα και οι αχτίνες του ήλιου, βάλθηκαν να παιχνιδίζουν πάνω στη βρεγμένη άσφαλτο, αναγκάζοντας τα χρώματα της ίριδας, να κυλιούνται με τις ώρες, δημιουργώντας εικόνες απίστευτης ομορφιάς.

Λίγη φαντασία και μπορείς να ονειρευτείς, να φύγεις από τη βαρύτητα
της γης, να βυθιστείς στους πολύχρωμους ποταμούς, στους καταρράκτες 
τους, να πορευτείς σε συμπαντικούς ατραπούς, μα και στον γήινο,
τον δικό σου κόσμο…

Άραγε θα μπορούσε αυτή η εξαίσια ζωγραφιά, που η φύση δημιούργησε,
να περάσει πάνω στον καμβά, στο χαρτί, ή τέλος πάντων να αντιγραφεί;
Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου.
Ζωγράφος βέβαια δεν είμαι, καλικαντζούρες έκανα όποτε ασχολήθηκα, με το να ζωγραφίσω κάτι. Όμως λέω, τη φαντασία μου ν’ αφήσω αυτή τη φορά, να προσπαθήσει και ότι βγει. Να κολυμπήσει ίσως στ’ αφροκύματα της άνοιξης μου, στον έρωτα της ζωής.

Χρειάζομαι όμως πολλά χρώματα, κι’ έναν καμβά.  Ελαιόχρωμα με τα βασικά χρώματα, κοινό, όχι ζωγραφικής και διαλυτικό πολύ, ένα λίτρο.

-Μ’ αυτό το διαλυτικό, μπορείς να καθαρίσεις δεκάδες πινέλα, τι θα το κάνεις τόσο πολύ, μου είπε ο υπάλληλος του καταστήματος.
-Μα να καθαρίσω τα χέρια μου όταν τελειώσω του απάντησα.
-Γιατί με τα χέρια θα βάψεις;
Πειραχτήρι ο νεαρός, μα εγώ αλήθεια έλεγα.

Το ατελιέ μου; Υπαίθριο φυσικά. Καμβάς, ένα κομμάτι κόντρα πλακέ, περίπου ένα μέτρο επί ένα. Το έβαλα λοιπόν κάτω από ένα δέντρο και ετοιμάστηκα.
Αφού αραίωσα λίγο τα χρώματα, βγήκα πάνω στο δέντρο και από ύψος τριών μέτρων περίπου, άφηνα τα χρώματα το ένα μετά το άλλο να πέφτουν πάνω στο κόντρα πλακέ.
Στη συνέχεια χρησιμοποιώντας τα χέρια μου για πινέλο τα έκανα από το βαλς να χορέψουν και λίγο ταγκό.
Πολύχρωμο αγκάλιασμα σ’ έναν ατέλειωτο ερωτικό χορό.

Αυτό δεν ήταν το ουράνιο τόξο του δρόμου, ήταν το παιχνίδισμα
των αστεριών, εκρήξεις ήλιων, συμπαντικός κατακλυσμός, ποταμοί
του απείρου.

Πέρασαν λίγες μέρες, για να στεγνώσει τελείως και να πάρει κάποια
θέσει κάπου στο δωμάτιο μου, αφού προηγουμένως πέρασε από το κορνιζάδικο του Σπύρου.

Αυτός ο πίνακας ταιριάζει για τη βιτρίνα μου, μου τον πουλάς Γιάννη;
Χαμογέλασα μα δεν απάντησα στο φίλο μου τον Σπύρο, ίσως να ήθελε να με πειράξει σκέφτηκα, τον ήξερα, πειραχτήρι ήταν. Όμως οι καλλικατζούρες που ορισμένοι ονομάζουν πίνακες αφηρημένης ζωγραφικής, καλύτεροι είναι από αυτό εδώ, το δικό μου «κατασκεύασμα»; 

Πολλές φορές στο παρελθόν, κοιτάζοντας αυτό το δημιούργημα. γελούσα μέσα μου. Σκεφτόμουν πως θα πρέπει, κάποια στιγμή να το πετάξω, αυτός δεν είναι πίνακας ζωγραφικής, έλεγα πάντα, είναι «ορνιθοσκαλίσματα».

Πέρασε ο καιρός, τα χρόνια, η χωρίστρα που κάναμε τότε στα μαλλιά, άρχισε να σκεπάζεται με χιόνια. Κι’ αυτό το αλλόκοτο πράγμα, η ζωγραφιά των ουράνιων τόξων, κρεμασμένη πάντα στην ίδια θέση, κρύα δίχως μιλιά, με το καρφί που την αγκαλιάζει, σκουριασμένο από τη μανία του χρόνου.
Την κοιτάζω στις ακεφιές μου κι΄ εκείνη πλησιάζει τη σκέψη μου, μη στενοχωριέσαι της λέει και τις πέτρες τις αλλάζει ο καιρός. Κι’ εγώ την ημερομηνία που έχω χαράξει πάνω στις μπογιές θωρώ. Πως πέρασαν τα χρόνια, δεν το πιστεύω, πως με γέλασε η ζωή, η ματιά μου ανηφορίζει στο κόκκινο στο πρώτο σ’ αγαπώ, στο χθες, τότε που τα χρώματα της ίριδας στη βρεγμένη άσφαλτο, ερωτοτροπούσαν με την αύρα των ονείρων μου.

Πως και δεν πέταξα ένα κομμάτι απ’ τα όνειρα μου, πως και δεν είχα δει στις εναλλαγές των χρωμάτων του, τα ίχνη απ’ τα χαμόγελα, τα δάκρυα, τον πόνο, τη χαρά του δικού μου κόσμου.

Και τώρα, στις καταιγίδες του φθινοπώρου μου, αφουγκράζομαι τα ψιθυρίσματα του δικού μου ουράνιου τόξου, μέσα απ’ τους περίεργους ατραπούς των χρωμάτων του, ακραγγίζω τα άγνωστα μελλούμενα της δικής μου ειμαρμένης.