Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Η κυρία Άννα.






H κυρία Άννα.

Προχθές ύστερα από καιρό άκουσα τη φωνή της στο τηλέφωνο.
-    Τι κάνεις κύριε Γιάννη;
-    Καλημέρα κυρία Άννα, είμαι καλά, εσύ πως τα περνάς;
-    Άστα, στο κρεβάτι είμαι, δεν μπορώ πλέον να κινηθώ, μια ξένη γυναίκα
με βοηθάει όσο μπορεί και εκείνη. Όμως σε πήρα τηλέφωνο κύριε Γιάννη για να μου πεις, εσύ ξέρεις, σίγουρα θα τα χάσουμε τα λεφτά μας;
-    Ποια λεφτά μας, κυρία Άννα.
-    Να αυτά που έχομε στην τράπεζα, μου είπε με φωνή φοβισμένη.
-    Ποιος είπε τέτοιο πράγμα, τι είναι αυτά που μου λες πρωί, πρωί;
-    Άκουσα πως την εθνική θα την πάρει κάποια άλλη τράπεζα.
-    Κυρία Άννα, μην ανησυχείς, κανένας δεν μπορεί να πάρει την εθνική τράπεζα, κάτι άλλο άκουσες και μπερδεύτηκες.

Αυτή όμως ανησυχούσε, φοβόταν με αυτά που άκουγε στην τηλεόραση.

Έχουν περάσει πολλά, πάρα πολλά χρόνια από εκείνο το πρωινό. Είχα απελπιστεί πως δεν θα έβρισκα κάποιο σπίτι για να νοικιάσω, ώσπου ένα βράδυ, περνώντας από εκείνον τον δρόμο, είδα μια γυναίκα να βάζει στην εξώπορτα της πολυκατοικίας, εκείνο το ενοικιάζεται.
Επιτέλους είπα μέσα μου, τελείωσαν τα βάσανα μου, είναι και σε πολύ όμορφο μέρος. Και πράγματι άρεσε και σε μένα, δέκα χρόνια με φιλοξένησε.

Η κυρία Άννα ήταν εκείνη η γυναίκα, που δεν πρόλαβε να βάλει το ενοικιάζεται και είχε να το λέει. Ο κυρ Γιάννης ήταν ο ποιο γρήγορος ενοικιαστής…

Εκείνη λοιπόν διαχειριζόταν όλα τα διαμερίσματα του τετάρτου ορόφου ιδιοκτησίας ενός ξαδέλφου της. Τον μοναδικό συγγενή που είχε δηλαδή.
Κοντά στα εξήντα της, μόνη στη ζωή, είχε παντρευτεί έναν υπέροχο άνθρωπο που από πολύ νωρίς είχε χάσει την σύντροφό του, τον κυρ Αντώνη.  
Αν και είχαμε μεγάλη διαφορά στην ηλικία κάναμε παρέα, πηγαίναμε συχνά για ψάρεμα. Είχε ο ίδιος μια πολύ μικρή βαρκούλα και με εκείνη μέσα στο λιμάνι μικρά ψαράκια πιάναμε με καθετή, μα ήταν «πεντανόστιμα» όπως τα έψηνε η κυρά Άννα. Κάποια μέρα θυμάμαι, πέρασε δίπλα μας κάποιο καΐκι και με το κύμα που δημιούργησε, έριξε τον κυρ Αντώνη στη θάλασσα που εκείνη τη στιγμή ήταν όρθιος.
-    Να δεις, που σα να έπεσα στη θάλασσα μου είπε, ενώ προσπαθούσε με τη βοήθεια μου να μπει μέσα στη βάρκα. Δε θα ξεχάσω το χιούμορ του.  Μας χαιρέτησε όμως έτσι ξαφνικά κάποιο βράδυ, για το σταυροδρόμι τ’ ουρανού.

-    Κύριε Γιάννη, ξέρω τι λες μέσα σου, μέρες της απόμειναν, ίσως και ώρες  κι’ αυτή για τις καταθέσεις της ενδιαφέρεται.
-    Τι είναι αυτά που λες Άννα μου, πρόλαβα να της πω.
-    Ξέρω τι λέω. Ο άνθρωπος όμως ελπίζει όσο ζει, ελάχιστα χρήματα είναι μα δε θέλω να πληρώσουν άλλοι το ενοίκιο. Ξέρεις ποιο ενοίκιο θέλω να πω.

Τώρα εδώ που τα λέμε, αυτή γιατί να διαφέρει από όλους μας. Έχεις; Τι σημασία έχει πόσα, ποιο πολλά θέλεις να μαζέψεις, με όποιο τρόπο μπορείς. Ναι με όποιο τρόπο. Η ηλικία;  Δεν παίζει κανένα ρόλο.

Έχεις το μάλαμα, έχεις φίλους. Έχεις ακριβή ρόδα είσαι και χουβαρντάς; Έχεις και τα δροσάτα τα φιλιά. Έχεις και «καμπινάτο» πλεούμενο με μπαρ και βότκα πορτοκάλι; Έχεις για παρέα και τα δίμετρα μοντελάκια.
Δεν έχεις; Δεν υπάρχουν φίλοι για σένα. Είσαι «μπεγλέρι» δίχως χάντρες… 

Παράξενος που είναι ο κόσμος…