Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Η Κουκουβάγια.







Η Κουκουβάγια.

Το κυνήγι το αγαπούσα πολύ. Από πολύ παλιά κυνηγούσα, με παρέα, ή και μόνος μου πολλές φορές, με συντροφιά όμως πάντα τη Λίζα μου.
Ήταν ένα πανέξυπνο θηλυκό Πόιντερ, σκυλί φέρμας δηλαδή, κατάλληλο για πέρδικα, ορτύκι, μπεκάτσα και άλλα πουλιά.
Αγαπημένο μου θήραμα ήταν το αγριογούρουνο. Κουραστικό και επικίνδυνο κυνήγι με ειδικά σκυλιά, που λίγοι είχαν τα χρόνια εκείνα.

Ξεκινήσαμε χαράματα εκείνη την Κυριακή, από ένα χωριό του Έβρου. Μια παρέα τρία άτομα, με δυο σκυλιά κατάλληλα για το κυνήγι του αγριόχοιρου.
Το «καρτέρι» όπως λέγεται, σε δύο επιλεγμένα σημεία, στην αρχή της χαράδρας, εγώ αριστερά ο φίλος μου ο Δημήτρης δεξιά και ο άλλος της παρέας, στο βάθος της χαράδρας με τα δυο του σκυλιά.

Καμιά ένδειξη για την παρουσία κάποιου θηράματος, αν και είχαν περάσει περίπου δυο ώρες. Όμως κάποια στιγμή ακούστηκαν τα γαυγίσματα των σκυλιών και αμέσως μετά πυροβολισμοί , από τον άνθρωπο που ερχόταν από τη χαράδρα. Πιστέψαμε τότε, εγώ κι’ ο φίλος μου ο Δημήτρης, πως κάποιο αγριογούρουνο είχε σκοτώσει ο τρίτος της παρέας και έτσι κατηφορίσαμε και εμείς. Ένα αγριογούρουνο δεν μπορεί να μεταφερθεί μόνο από ένα άτομο και μάλιστα μέσα από μια χαράδρα. Τα μεγάλα καμιά φορά φτάνουν και τα εκατό κιλά ίσως και παραπάνω.

Δεν μπορώ να περιγράψω, τα συναισθήματα και το σφίξιμο της καρδιάς. Αν και πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το θανάσιμα τραυματισμένο Ζαρκάδι. Αυτός ο ασυνείδητος άνθρωπος, είχε χτυπήσει σε καίριο σημείο το όμορφο ζώο, που προσπαθούσε μάταια να σηκωθεί. Είχα ακούσει πως τα ζαρκάδια κλαίνε και είναι αλήθεια, ποτάμι τα δάκρυα του που σταμάτησαν, μόνο κλείνοντας τα μάτια του, για πάντα.

Όρκος απαράβατος, αν και δεν έφερα εγώ καμιά ευθύνη, το κυνήγι τελείωσε για μένα, το όπλο μου πέρασε στη θήκη του οριστικά.
Πράγματι τήρησα τον όρκο μου μέχρι που…

Τα περιστέρια μου, πριν από λίγα χρόνια, ήταν ελεύθερα. Οι φωλιές τους ήταν υπερυψωμένες πάνω σε μεγάλες σιδερένιες σωλήνες, με το απαραίτητο σκέπαστρο για την βροχή και τον αέρα.
Όταν πήγαινα, κατέβαιναν όλα, ήξεραν πως θα τους έδινα σπόρια, χαιρόσουν να τα βλέπεις να σκαρφαλώνουν στους ώμους, να τσιμπολογούν ψωμί μέσα από τα χέρια μου.   

Όταν τα βλέπω να τριγυρίζουν,
τον κόσμο λες και ζωγραφίζουν.
Έχω χαρά σαν με αγγίζουν
κι’ αυτά το νιώθουν και φτερουγίζουν.

Και περιμένουν και με κοιτάζουν,
σπόρια αν δεν πάρουν δεν ησυχάζουν.
Αρχίζουν τότε να τραγουδάνε,
το ένα στο άλλο φιλιά σκορπάνε.

Εκείνο το καλοκαίρι παρατήρησα, πως μικρά χωρίς φτερά ακόμα, πέθαιναν 
χωρίς λόγο. Παράξενο, μυστήριο. Δε άργησα όμως να ανακαλύψω την αιτία.
Οι γονείς τους εξαφανίζονταν, με αποτέλεσμα χωρίς τροφή να πεθαίνουν.  
Τα περιστέρια δεν αφήνουν τη φωλιά τους, τα χωρίζει μόνο ο θάνατος. 
Ασυνείδητοι κυνηγοί σκέφτηκα. Αυτά έφευγαν το πρωί και γυρνούσαν μετά από ώρες.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι απώλειες ήταν μεγάλες, σχεδόν κάθε μέρα 
έλειπε και ένα περιστέρι, μέχρι που βρήκα ίχνη από αίμα.
Το μυαλό μου πήγε στο γεράκι, μα πάλι αν ήταν έτσι, θα υπήρχαν πολλά ίχνη από φτερά κ.λ.π.
Είχα ακούσει όμως, πως μια μεγάλη κουκουβάγια, μπορεί να κάνει πολύ  μεγαλύτερη ζημιά, από ένα γεράκι.
Το γεράκι θα σκοτώσει κάποιο περιστέρι, μα δεν θα γυρίσει την επομένη.
Η κουκουβάγια όμως, δε θα μείνει στο ένα.

Τη μέρα εκείνη, έφτασα πολύ πρωί στο κτήμα μου. Παράξενο όμως, όλα τα περιστέρια, έρχονταν το ένα μετά το άλλο και από διάφορες κατευθύνσεις. Ήταν φανερό πλέον, πως ο επιδρομέας δρούσε τη νύχτα και γνωρίζω την ώρα, οι κουκουβάγιες κυνηγούν συνήθως τα χαράματα. 

Καρτέρι λοιπόν, δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Ξημερώματα με τον καφέ μου στο χέρι περίμενα. Μια τεράστια κουκουβάγια έκανε την εμφάνισή της, με είδε όμως και με μια απότομη στροφή πήγε να φύγει. Τρεις πυροβολισμοί και το μεγάλο πουλί απομακρύνθηκε τρομαγμένο.

Ποτέ δεν ξαναφάνηκε στο χώρο των περιστεριών μου.

Μα κι’ εγώ τήρησα τον όρκο μου, τα φυσίγγια μου δεν είχαν σκάγια…