Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Παιδικό παιχνίδι...







Παιδικό παιχνίδι...

Ήταν ένα πολυβόλο με δυο κάνες, οι οποίες παλινδρομούσαν με το πάτημα της σκανδάλης, αφήνοντας κρότους και λάμψεις.
Αυτό το παιχνίδι είχε δει ο εξάχρονος γιός μου, στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου του φίλου μου του Νίκου.
Βιβλιοπωλείο με αρκετή κίνηση, έπαιζε ρόλο βέβαια και η θέση του, βρισκόταν στη μεγάλη πλατεία της πόλης.
Με τον Νίκο, γνωριζόμουνα πολύ καλά, από εκεί αγόραζε γραφική ύλη και η υπηρεσία στην οποία εργαζόμουνα. 

Εκείνη τη μέρα λοιπόν, παραμονές των γιορτών των Χριστουγέννων και νέου έτους πήγα να αγοράσω λίγους φακέλους και όπως έκανα συχνά, η παρέα μου ήταν ο γιός μου.
Αυτό ήταν, έμεινε στη βιτρίνα κοιτάζοντας αυτό το παιχνίδι, το αυτόματο όπλο δηλαδή.

-    Μπαμπά μου είπε, πρέπει να αφήσουμε γράμμα στον Άγιο Βασίλη, για να μου φέρει την παραμονή της πρωτοχρονιάς δώρο, αυτό το όπλο.
-    Μα δεν έχουμε πει και άλλη φορά, πως τα παιχνίδια με τα όπλα δεν είναι καλά; υπάρχουν άλλα να διαλέξεις ένα.

Την επόμενη το πρωί, φεύγοντας για τη δουλειά μου, μου το θύμισε, δεν το ξέχασε.
Το όπλο θέλω μπαμπά μου είπε, αυτό θα ζητήσω από τον Άγιο Βασίλη, εξ’ άλλου δεν είναι αληθινό.

Τώρα τι να κάνω, με τι χρήματα να αγόραζα ένα τόσο ακριβό, για τα χρόνια εκείνα δώρο;
Πολλές σκέψεις πέρναγαν από το μυαλό μου. Γιατί;

Όμως δεν υπήρχε άλλη λύση, να το ζητήσω από τον Νίκο με πίστωση σκέφτηκα, στο κάτω κάτω, σε μένα το χρωστούσε, εγώ τον πρότεινα στην υπηρεσία μου, ένα σωρό χρήματα κέρδιζε.

-    Γεια σου Νίκο τι κάνεις;
-    Καλώς τον Γιάννη, αν ρωτάς για δουλειά λίγα πράγματα, με βλέπω να μετακομίζω αλλού, μεγάλο κατάστημα μα και το ενοίκιο μεγάλο, πολλά και τα υπόλοιπα έξοδα και εισπράξεις, αν και γιορτές πολύ λίγες.
-    Να σου βάλω λοιπόν κι’ εγώ μια μικρή καθυστέρηση, το να σε πληρώσω δηλαδή λίγο αργότερα αγοράζοντας αυτό το όπλο που έχεις στη βιτρίνα, το έβαλε στο «μάτι» ο γιός μου, μα δυσκολεύομαι τώρα.
-    Φίλε μου καλέ μου, δεν γίνεται αυτό που μου ζητάς, ότι άλλο θέλεις εκτός από παιχνίδια και να σου εξηγήσω.
-    Όχι να μη μου εξηγήσεις τον σταμάτησα, δεν χρειάζεται.

Και τώρα; Προκαταβολή από την υπηρεσία μου. Αυτό δεν το ήθελα δεν το είχα κάνει ποτέ μου, μα έπρεπε.

     Πρωί πρωτοχρονιάς, χαλασμός στο σπίτι, η χαρά του ήταν απερίγραπτη.
Από τα χαράματα σηκώθηκε, να δει αν πέρασε ο άγιος Βασίλης, να του αφήσει το δώρο που του είχε ζητήσει στο γράμμα..  
Θυμήθηκα παιδί κι’ εγώ στο χωριό μου, τα φτωχικά εκείνα χρόνια, που μου έφερε μια θεία μου από την πόλη, ένα μικρό κόκκινο μπαλόνι, από εκείνα που σήμερα τα αγοράζουμε με το κιλό.  
Όταν τελικά κατάφερα να το φουσκώσω, στην αυλή του σχολείου έγινε χαμός, έτρεχα και όλα τα παιδιά πίσω μου, να θέλουν να αγγίξουν αυτό το παράξενο πράγμα.

     Πέρασαν χρόνια από εκείνη την πρωτοχρονιά όταν ένα βράδυ, ένα παιδί μου έφερε ένα γράμμα.
-     Κύριε Γιάννη, είναι από τον κύριο Νίκο τον βιβλιοπώλη, μου είπε να περιμένω, μπορώ;
-    Κάθισε είπα στο παιδί κι’ εγώ γεμάτος περιέργεια, άνοιξα το φάκελο.
-    Γιάννη έγραφε, βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση, αν μπορείς και εσύ βοήθησε με, δάνεισέ μου για λίγες μέρες, χίλιες δραχμές.

Για δες λοιπόν, πως έρχονται τα πράγματα, εκείνος για λίγες μέρες πίστωση, δεν μου έδωσε εκείνο το παιχνίδι, το παιχνίδι που σκοπό είχε να δώσει χαρά και τώρα μου ζητάει δανεικά.
Τι περίεργη που είναι λοιπόν η ζωή.

Έβαλα στο φάκελο τις χίλιες δραχμές και έγραψα δυο λόγια στο ίδιο χαρτί, κάτω από τα δικά του. Δεν θυμάμαι ακριβώς ποια ήταν, όμως είχαν σίγουρα την παρακάτω έννοια.

Φίλε μου Νίκο, δεν πρέπει να ξεχνάς τους φίλους σου όταν ανεβαίνεις, γιατί θα τους χρειαστείς, σίγουρα, όταν θα κατεβαίνεις.