Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Ο πήλινος λύχνος...







Ο πήλινος λύχνος...

Κοίταζα με ενδιαφέρον, τον αγγειοπλάστη εκείνον, που με το γυμνό του πόδι, έδινε ώθηση στον τροχό, για να δώσει μορφή στη συνέχεια - πλάθοντας τον πηλό -  σ’ ένα σωρό αντικείμενα.

-    Να σταματήσω; Θέλετε κάτι; με ρώτησε ο ηλικιωμένος τεχνίτης.
-    Ένα λυχνάρι του απάντησα.
-    Ρίξτε μια ματιά εκεί στα ράφια και  βρείτε αυτό που θέλετε μου είπε, ενώ συνέχισε να πλάθει με τα χέρια του και με περίτεχνο τρόπο τον πηλό, δίδοντας του το σχήμα κάποιας κανάτας, όπως φαινόταν αρχικά τουλάχιστον.

Δεν ξέρω, μα ανέκαθεν κοίταζα με προσοχή, κάθε τι αρχαίο που συναντούσα, είτε στα μουσεία, είτε σε αρχαιολογικούς χώρους.

Πήρα λοιπόν στα χέρια μου αυτό που ζητούσα, έναν πήλινο λύχνο.
Καθώς τον κοίταζα, η φαντασία μου πέρασε στη νύχτα του αρχαίου κόσμου, στο φως του.
Η φλόγα που κεντούσε τα όνειρα και τα
γνωρίσματα, του αρχαίου ελληνικού 
πολιτισμού,  τη φιλοκαλία, το μέτρο, την ευθύτητα και την παρρησία, τον ανθρωπισμό και την αγάπη της ελευθερίας.

-    Αυτό το λυχνάρι που κρατάτε κύριε, μου είπε ο τεχνίτης, που εντωμεταξύ είχε έρθει κοντά μου, είναι αντίγραφο που βρέθηκε κάπου στο νησί της Κω.
Μα και τα άλλα που βλέπετε, είναι αντίγραφα από τον ελληνικό χώρο, τα φτιάχνω όπως και τότε οι αρχαίοι αγγειοπλάστες δούλευαν, δηλαδή με τα 
χέρια.
Αυτό το φως, το φως του ελληνικού λύχνου, φώτιζε και τότε τους λαούς, γι’ αυτό κι’ εγώ συνεχίζω να τους φτιάχνω κι’ ας μη τους αγοράζει κανένας.

Θα είχα κάνει λίγα βήματα στο δρόμο μα γύρισα πίσω, μια ιδέα πέρασε από το μυαλό μου.
-    Έχει κάτι το λυχνάρι; Με ρώτησε αυτός ο καλοκάγαθος άνθρωπος, αν δεν σας αρέσει μπορείτε να πάρετε άλλο.
-    Όχι, το όνομά σας;
-    Γιάννη με λένε.
-    Συνονόματοι ήμαστε.
-    Να θα ήθελα κυρ Γιάννη, να αγοράσω λίγο από τον πηλό σου, έτσι να παίξω λίγο, γίνεται;
-   Και το ρωτάς, πάρε από εκεί, δείχνοντας μου τα πακέτα με τον πηλό, κι’ αν κάτι φτιάξεις, μου το φέρνεις να το βάλω στο καμίνι μου για να ψηθεί.

     Το τι τράβηξε αυτός ο πηλός, δεν λέγεται.
Έβαλα τον δικό μου λύχνο, δίπλα σ’ εκείνον που αγόρασα και όπως ήταν 
φυσικό απογοητεύτηκα, ο ένας κομψοτέχνημα και ο άλλος ένα «χοντροκομμένο κατασκεύασμα».
Όμως δεν είχα και άλλες ευκαιρίες ανακατασκευής, ο πυλός άρχισε να γίνεται
σκληρός, οπότε τον άφησα στην ησυχία του.

     Θα είχε περάσει μια βδομάδα, όταν αποφάσισα να πάω το καλλιτέχνημα μου 
για τον φούρνο.
-    Γεια σας κυρ Γιάννη τι κάνετε.
-    Σήμερα φτιάχνω μικρές κανάτες μου είπε, παραγγελία από κάποια ταβέρνα, για το μεροκάματα παλεύω, μα δεν έχει δουλειά, πάνε οι εποχές, που με τα σταμνιά, κουβαλούσαν οι άνθρωποι το νερό από τα πηγάδια, έσπαγε κι’ από κανένα και το μεροκάματο έβγαινε.

Κυρ Γιάννη σας έφερα ένα λυχνάρι, που κατασκεύασα με τον πηλό που μου είχατε δώσει, μα ντρέπομαι, έχει τα χάλια του.
Εκείνος όμως δεν είπε λέξη, περιεργάστηκε για λίγο το λύχνο μου, τον έβαλε με τα υπόλοιπα αντικείμενα, που θα έμπαιναν στο καμίνι για να ψηθούν και βάλθηκε να ψάχνει τα πήλινα αντικείμενα, που ήταν μέσα σε κάποιο παλιό 
ξύλινο κιβώτιο.
Έναν λύχνο κρατούσε στα χέρια του, ένα κατασκεύασμα, μα πολύ χειρότερο από το δικό μου.
-    Αυτός κύριε Γιάννη μου είπε, είναι ο λύχνος που κατασκεύασα πρώτη φορά και δεν είναι καλύτερος από τον δικό σου, για μένα όμως έχει αξία και που φυσικά δεν πουλιέται.
Το ερχόμενο Σάββατο έλα θα είναι έτοιμος και ο δικός σου.

     Ήξερα πως αυτός ο υπέροχος άνθρωπος, δεν θα δεχόταν να τον πληρώσω, γι’ αυτό είχα σε μια τσαντούλα ένα μπουκάλι ποτό και λίγα γλυκά.
-    Τι σας χρωστάω κυρ Γιάννη; Τον ρώτησα.
-    Τίποτε δεν μου χρωστάτε, μου απάντησε εκείνος μ’ ένα χαμόγελο.
-    Μπορείς να τον ανάψεις αν θέλεις, λαδάκι κι’ ένα φυτίλι από βαμβάκι και μπορείτε στη φλόγα του να ονειρευτείτε.

     Άφησα την τσάντα που κρατούσα, δίπλα στα πακέτα με τους πηλούς χωρίς να με δει και έφυγα.
-    Ευχαριστώ πολύ κυρ Γιάννη του είπα από την πόρτα φεύγοντας, να είσαι 
πάντα καλά.

Πέρασε ο καιρός κι’ εγώ καμιά φορά μελαγχολώντας, μέσα από τη φτωχική φλόγα του λύχνου μου (οδοιπορώ) ψηλαφώ τα χνάρια της ζωής, ονειρεύομαι και κοντοστέκομαι, προσπαθώ ν’ αφουγκραστώ, το άγνωστο, να ακραγγίξω τη σκιά, της δικής μου ειμαρμένης…