Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Ο Μυστικός δείπνος!










Ο μυστικός δείπνος.

Η εκκλησία του χωριού μου, ο άγιος Χαράλαμπος με το παλιό καμπαναριό.
Πως  πέρασαν τα χρόνια, λες κι’ ήταν χθες, το κατώφλι του πέρασα στις χαρές των παιδικών μου χρόνων, το κατώφλι του πέρασα και στα δάκρυα της απώλειας των αγαπημένων μου προσώπων και τώρα; Το περνάω πάλι, μα ξένος, άγνωστος στον τόπο που αγκάλιασε την άνοιξη της ζωής μου.

Έσπρωξα τη μισάνοιχτη πόρτα της και πέρασα μέσα, πήρα ένα κεράκι, έκανα το σταυρό μου και το άναψα.
Το καλημέρα του παπά Νικόλα με ξάφνιασε, τον κοίταξα στα μάτια, τα γκρίζα του μαλλιά δεν θύμιζαν σε τίποτε τον παιδικό, αγαπημένο μου φίλο.
-    Καλημέρα παπά Νικόλα.
-    Ο Γιάννης είσαι μου είπε, δεν μπορεί να κάνω λάθος.
-    Ναι εγώ είμαι του απάντησα και τα μάτια μας στη στιγμή γέμισαν δάκρυα, αγκαλιστήκαμε, κλάψαμε, είχαν περάσει σαράντα περίπου χρόνια από την τελευταία μας συνάντηση.

Την εικόνα του μυστικού δείπνου θυμήθηκα, ήταν στην ίδια θέση, εκεί που την είχε τοποθετήσει εκείνος ο άγιος άνθρωπος, ο ιερέας των παιδικών μου χρόνων.  
Ξεκρέμασα την άγια εικόνα, την έσφιξα δυνατά στην αγκαλιά μου και τη φίλησα.
-     Μην ανησυχείς μου είπε ο παπά Νικόλας, την προσέχω σαν τα μάτια μου.
Αναγκαστήκαμε και βάλαμε πριν από καιρό και κάποιο αντικλεπτικό σύστημα γιατί όπως ξέρεις κι’ εσύ, υπάρχουν εδώ και άλλες παλιές εικόνες, ανεκτίμητης αξίας, η κάθε μια και μια ιστορία.

     Θα πρέπει να ήμουνα εκεί, γύρω στα δώδεκα και όπως τα περισσότερα παιδιά του χωριού, έτσι κι’ εγώ προσπαθούσα να βοηθήσω τους γονείς μου τα σαββατοκύριακα, μεταφέροντας τις ελιές με το γαϊδουράκι, από το κτήμα για να τις αδειάσω στη συνέχεια, σε κάποιο χώρο στο σπίτι, στο χωριό.
Στο μέσον της διαδρομής και στην απέναντι πλευρά της ρεματιάς, το μάτι μου έπεφτε πάντα σε κάποιο άσπρο σημάδι, δεν μπορεί έλεγα μέσα μου, αυτό έχει γίνει από χέρι ανθρώπου, μα πάλι μέσα στον γκεμό;

Κάποια μέρα λοιπόν, αποφάσισα να εξερευνήσω το μέρος εκείνο, εξ’ άλλου δεν ήταν και πολύ μακριά από τον δικό μας ελαιώνα.  
Απογοητεύτηκα όμως, υπολείμματα από ασβέστη βρήκα και σκόρπιες πέτρες.
Μα για στάσου είπα κάποια στιγμή, μια μεγάλη τρύπα φαινόταν στην άκρη ενός βράχου. Άρχισα λοιπόν από περιέργεια και  με τη βοήθεια ενός ξύλου, να μεγαλώνω την είσοδο αυτής της τρύπας, μέχρι που φάνηκε σε βάθος, όχι παραπάνω από δυο μέτρα, κάποιο άνοιγμα, σαν ένα πολύχρωμο μικρό δωμάτιο φαινόταν.
Ήταν για μένα παιχνιδάκι, τα επόμενα λεπτά, να βρεθώ σ’ αυτόν τον μικρό χώρο που το φως του ήλιου, ύστερα ποιος ξέρει από πόσα χρόνια γλιστρούσε μέσα του. Δεν ήταν κάτι αρχαίο όπως στην αρχή φαντάστηκα, ήταν ένα ξωκλήσι που όπως φάνηκε μετά, σκεπάστηκε από κάποια κατολίσθηση.
Δεν υπήρχε λοιπόν θησαυρός, ή μάλλον υπήρχε ποιο μεγάλος, μια παλιά, φθαρμένη από τα χρόνια εικόνα, «ο μυστικός δείπνος».

Δεν θα ξεχάσω την λειτουργία που έγινε, εκεί στη ρεματιά, μετά από λίγες μέρες, είχε έρθει σχεδόν όλο το χωριό, που ύστερα από χρόνια αναστυλώθηκε.

Έβαλα πάλι την (δική) μου εικόνα στη θέση της και η συζήτηση μας που αλλού, στα χρόνια εκείνα τα παλιά, τα ανέμελα, τ’ αγαπημένα.

-    Σε χαιρετώ παπά Νικόλα.
-    Φεύγεις Γιάννη, ακόμα δεν σε είδαμε.
-    Είπαμε παπά Νικόλα, ξένος… Όμως λέω να περάσω από το ξωκλήσι του μυστικού δείπνου, να ανάψω ένα κεράκι και να δω και τα λίγα λιόδεντρα μου, φαντάζομαι πως θα αισθανθούν την παρουσία μου.

-    Ο θεός μαζί σου, με το καλό να σε ξαναδούμε σύντομα, μου είπε ο παπά Νικόλας .

     Το μικρό σπιτάκι, με το μοναδικό του δωμάτιο, ερειπωμένο και η μεγάλη ελιά, το αγαπημένο μου δέντρο, ακόμα στηρίζει τον ανατολικό τοίχο, ότι απόμεινε δηλαδή.  Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα… 

Ήρθα και πάλι ένα γεια σου να σου πω,
κάτω απ’ τα λιόκλαδά σου να ριμάρω,
ν’ ανάψω το κομμένο μου τσιγάρο,
στο θρόισμα των φύλλων σου να ονειρευτώ.

Τα μυστικά μου να σου δώσω κλειδωμένα,
στις ρίζες σου να λιώσει το λευκό χαρτί,
να σβήσουν όνειρα ελπίδας χαραγμένα,
μ’ ένα παράπονο, μια πίκρα, ένα γιατί.
 
Φεύγει ο ίσκιος απ’ το σύμφυρμα του νου,
κι’ εγώ μ’ ένα μου δάκρυ θα σε χαιρετίσω,
τη συντροφιά σου τη δροσάτη να αφήσω,
τα σήμαντρα ηχούν του εσπερινού.  




Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Ο πήλινος λύχνος...







Ο πήλινος λύχνος...

Κοίταζα με ενδιαφέρον, τον αγγειοπλάστη εκείνον, που με το γυμνό του πόδι, έδινε ώθηση στον τροχό, για να δώσει μορφή στη συνέχεια - πλάθοντας τον πηλό -  σ’ ένα σωρό αντικείμενα.

-    Να σταματήσω; Θέλετε κάτι; με ρώτησε ο ηλικιωμένος τεχνίτης.
-    Ένα λυχνάρι του απάντησα.
-    Ρίξτε μια ματιά εκεί στα ράφια και  βρείτε αυτό που θέλετε μου είπε, ενώ συνέχισε να πλάθει με τα χέρια του και με περίτεχνο τρόπο τον πηλό, δίδοντας του το σχήμα κάποιας κανάτας, όπως φαινόταν αρχικά τουλάχιστον.

Δεν ξέρω, μα ανέκαθεν κοίταζα με προσοχή, κάθε τι αρχαίο που συναντούσα, είτε στα μουσεία, είτε σε αρχαιολογικούς χώρους.

Πήρα λοιπόν στα χέρια μου αυτό που ζητούσα, έναν πήλινο λύχνο.
Καθώς τον κοίταζα, η φαντασία μου πέρασε στη νύχτα του αρχαίου κόσμου, στο φως του.
Η φλόγα που κεντούσε τα όνειρα και τα
γνωρίσματα, του αρχαίου ελληνικού 
πολιτισμού,  τη φιλοκαλία, το μέτρο, την ευθύτητα και την παρρησία, τον ανθρωπισμό και την αγάπη της ελευθερίας.

-    Αυτό το λυχνάρι που κρατάτε κύριε, μου είπε ο τεχνίτης, που εντωμεταξύ είχε έρθει κοντά μου, είναι αντίγραφο που βρέθηκε κάπου στο νησί της Κω.
Μα και τα άλλα που βλέπετε, είναι αντίγραφα από τον ελληνικό χώρο, τα φτιάχνω όπως και τότε οι αρχαίοι αγγειοπλάστες δούλευαν, δηλαδή με τα 
χέρια.
Αυτό το φως, το φως του ελληνικού λύχνου, φώτιζε και τότε τους λαούς, γι’ αυτό κι’ εγώ συνεχίζω να τους φτιάχνω κι’ ας μη τους αγοράζει κανένας.

Θα είχα κάνει λίγα βήματα στο δρόμο μα γύρισα πίσω, μια ιδέα πέρασε από το μυαλό μου.
-    Έχει κάτι το λυχνάρι; Με ρώτησε αυτός ο καλοκάγαθος άνθρωπος, αν δεν σας αρέσει μπορείτε να πάρετε άλλο.
-    Όχι, το όνομά σας;
-    Γιάννη με λένε.
-    Συνονόματοι ήμαστε.
-    Να θα ήθελα κυρ Γιάννη, να αγοράσω λίγο από τον πηλό σου, έτσι να παίξω λίγο, γίνεται;
-   Και το ρωτάς, πάρε από εκεί, δείχνοντας μου τα πακέτα με τον πηλό, κι’ αν κάτι φτιάξεις, μου το φέρνεις να το βάλω στο καμίνι μου για να ψηθεί.

     Το τι τράβηξε αυτός ο πηλός, δεν λέγεται.
Έβαλα τον δικό μου λύχνο, δίπλα σ’ εκείνον που αγόρασα και όπως ήταν 
φυσικό απογοητεύτηκα, ο ένας κομψοτέχνημα και ο άλλος ένα «χοντροκομμένο κατασκεύασμα».
Όμως δεν είχα και άλλες ευκαιρίες ανακατασκευής, ο πυλός άρχισε να γίνεται
σκληρός, οπότε τον άφησα στην ησυχία του.

     Θα είχε περάσει μια βδομάδα, όταν αποφάσισα να πάω το καλλιτέχνημα μου 
για τον φούρνο.
-    Γεια σας κυρ Γιάννη τι κάνετε.
-    Σήμερα φτιάχνω μικρές κανάτες μου είπε, παραγγελία από κάποια ταβέρνα, για το μεροκάματα παλεύω, μα δεν έχει δουλειά, πάνε οι εποχές, που με τα σταμνιά, κουβαλούσαν οι άνθρωποι το νερό από τα πηγάδια, έσπαγε κι’ από κανένα και το μεροκάματο έβγαινε.

Κυρ Γιάννη σας έφερα ένα λυχνάρι, που κατασκεύασα με τον πηλό που μου είχατε δώσει, μα ντρέπομαι, έχει τα χάλια του.
Εκείνος όμως δεν είπε λέξη, περιεργάστηκε για λίγο το λύχνο μου, τον έβαλε με τα υπόλοιπα αντικείμενα, που θα έμπαιναν στο καμίνι για να ψηθούν και βάλθηκε να ψάχνει τα πήλινα αντικείμενα, που ήταν μέσα σε κάποιο παλιό 
ξύλινο κιβώτιο.
Έναν λύχνο κρατούσε στα χέρια του, ένα κατασκεύασμα, μα πολύ χειρότερο από το δικό μου.
-    Αυτός κύριε Γιάννη μου είπε, είναι ο λύχνος που κατασκεύασα πρώτη φορά και δεν είναι καλύτερος από τον δικό σου, για μένα όμως έχει αξία και που φυσικά δεν πουλιέται.
Το ερχόμενο Σάββατο έλα θα είναι έτοιμος και ο δικός σου.

     Ήξερα πως αυτός ο υπέροχος άνθρωπος, δεν θα δεχόταν να τον πληρώσω, γι’ αυτό είχα σε μια τσαντούλα ένα μπουκάλι ποτό και λίγα γλυκά.
-    Τι σας χρωστάω κυρ Γιάννη; Τον ρώτησα.
-    Τίποτε δεν μου χρωστάτε, μου απάντησε εκείνος μ’ ένα χαμόγελο.
-    Μπορείς να τον ανάψεις αν θέλεις, λαδάκι κι’ ένα φυτίλι από βαμβάκι και μπορείτε στη φλόγα του να ονειρευτείτε.

     Άφησα την τσάντα που κρατούσα, δίπλα στα πακέτα με τους πηλούς χωρίς να με δει και έφυγα.
-    Ευχαριστώ πολύ κυρ Γιάννη του είπα από την πόρτα φεύγοντας, να είσαι 
πάντα καλά.

Πέρασε ο καιρός κι’ εγώ καμιά φορά μελαγχολώντας, μέσα από τη φτωχική φλόγα του λύχνου μου (οδοιπορώ) ψηλαφώ τα χνάρια της ζωής, ονειρεύομαι και κοντοστέκομαι, προσπαθώ ν’ αφουγκραστώ, το άγνωστο, να ακραγγίξω τη σκιά, της δικής μου ειμαρμένης…