Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Οι Μέλισσες...




Οι Μέλισσες…

Πιστεύετε στα όνειρα; Εγώ πάντως όχι. Όμως αυτό το παράξενο όνειρο, που είδα πριν από λίγες μέρες, θα μου επιτρέψετε, να σας το διηγηθώ.

Μια περίτεχνη, τεράστια κυψέλη μελισσών κοίταζα με δέος. Ένα έργο ανεπανάληπτο, απείρου κάλους, λες κι’ έφτανε στον ουρανό.
-Πέρασε μέσα, μου είπε κάποια στιγμή μια μέλισσα, που ήταν στην είσοδο της κυψέλης, σε περιμένει η βασίλισσα.

Ίσως να βρίσκομαι σε κάποιον άγνωστο πλανήτη, σκέφτηκα. Κηρήθρες περίτεχνες, ουρανόπεμπτες και φως, παντού λευκό φως.

-Είμαι το πνεύμα της αρχέγονης βασίλισσας, μου είπε μια εξαίσια, άυλη μορφή που με πλησίασε. Έλα μου είπε, πάμε μια βόλτα έξω, στον κόσμο, στη γη μας, να βρούμε και άλλες κοινωνίες μελισσών, να δούμε πως ζούνε, να τους χαρίσουμε απ’ τη δική μας την κηρήθρα, ένα κομμάτι.

Με πήρε από το χέρι και φύγαμε. Είναι ωραίο να πετάς σκέφτηκα κι’ ας μην έχεις φτερά… Κοντοστάθηκε σε μια σχισμή ενός βράχου.
-Τι είναι εδώ τη ρώτησα.
-Άγριες μέλισσες μου απάντησε.
Κάναμε δεκάδες στάσεις σε όλη τη γη, όπου υπήρχαν άγριες μέλισσες, σε σπηλιές, σε σχισμές βράχων, πάνω σε δέντρα. Σε όλα αυτά τα σμήνη αφήναμε κι’ ένα κομμάτι από την κηρύθρα μας μέχρι που τελείωσε όλη.
-Μα γιατί τους χαρίζετε κηρήθρες και μέλι, ρώτησα.
-Μα για να ξεκινήσουν κι’ εκείνες, να φτιάχνουν κυψέλες, να φωτίσουν τις σκοτεινές νύχτες τους.
-Τι θα κερδίσετε όμως;
-Την ικανοποίηση πως ημερέψαμε τη ζωή τους, πως τους δώσαμε το πρώτο φως.

-Τώρα που πάμε τη ρώτησα.
-Επιστρέφουμε δεν βλέπεις; Σμήνη από τεράστιες κόκκινες σφήκες επιτίθενται στην κυψέλη μας, θέλουν να μας εξοντώσουν να πάρουν το μέλι μας. Τα κατάφεραν λίγες φορές στο παρελθόν μα εμείς έχουμε τη δύναμη να ξαναγεννιόμαστε. Όμως και πάλι με λάθη δικά μας, οι κόκκινες σφήκες έχουν ήδη περάσει στο εσωτερικό της κυψέλης μας, καμιά αντίσταση.
Πράγματι, αυτές οι τεράστιες φοβερές σφήκες, είναι σε κάθε γωνιά,  ελέγχουν τα πάντα.
-Και τώρα τι σκοπεύετε να κάνετε;
-Δεν σου είπα, έχουμε τη δύναμη μέσα απ’ τις στάχτες μας να ξαναγεννηθούμε, το δικό μας πνεύμα είναι αθάνατο, θα αντιδράσουμε και πάλι, θα νικήσουμε.

Τώρα αν σας πω, πως και σε μένα έκανε δώρο λίγο μέλι εκείνη η βασίλισσα, προφανώς και δε θα με πιστέψετε, όμως…

Μέσα στο χαλασμό και τη βαβούρα ξύπνησα, τρόμαξα όταν είδα, πως δυο μέτρα πάνω από μένα κρεμόταν από τα κλαδιά της ελιάς, ένα τεράστιο «τσαμπί» από χιλιάδες μέλισσες.
Από κάποια κυψέλη σκέφτηκα, σίγουρα θα έφυγα,ν ακολουθώντας την παλιά τους βασίλισσα και στάθμευσαν προσωρινά στην ελιά μου.  
Αυτό κάνουν οι μέλισσες, όταν αναλάβει η καινούργια βασίλισσα, η παλιά αποχωρεί μαζί με τις πιστές της εργάτριες.  
Φαίνεται πως με είχε πάρει ο ύπνος, στο παγκάκι που έχω τοποθετήσει κάτω από τη μεγάλη ελιά.  
Εκεί στην «παχιά» τη σκιά της, πολλά μεσημέρια βρίσκω χρόνο να γράψω, να διαβάσω και καμιά φορά να ονειρευτώ.

Λίγα πράγματα από μέλισσες γνωρίζω, έχω φίλο όμως, επαγγελματία μελισσοκόμο και τον πήρα τηλέφωνο. Αργά το βράδυ οι μέλισσες εκείνες είχαν μετακομίσει σε μια καινούργια κυψέλη,δώρο του φίλου μου.

Όσο για το όνειρο, ειδήσεις άκουγα από νωρίς και είχα θυμώσει πολύ. Κάποιοι με κλέβουν χωρίς ίχνος ντροπής, κλέβουν το λιγοστό μου χαρτζιλίκι,  τώρα στο ηλιοβασίλεμα.

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Η Κληματαριά...




Η Κληματαριά…

-Τι έπαθες κυρία Ελένη, εσύ είσαι έτοιμη να κλάψεις, τα καράβια σου  βουλιάξανε;
-Κύριε Γιάννη, για κοίταξε εδώ, μου είπε δείχνοντας μου τον κορμό της μεγάλης κληματαριάς, που σκέπαζε ολόκληρη την αυλή και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

Η κυρία Ελένη, είχε χάσει νωρίς τον άντρα της. Μια μικρή σύνταξη δεν έφτανε, να συντηρήσει την οικογένεια της, δυο παιδιά που πήγαιναν στο σχολείο, είχαν έξοδα κι’ έτσι νοίκιαζε και το μικρό εξοχικό της, δίπλα στο δικό μου.

Την τελευταία φορά, έμενε μια οικογένεια μεταναστών. Μια χαρά άνθρωποι ήταν δηλαδή, τουλάχιστον αυτό έδειχναν. Η κυρά Ελένη όμως τους είχε ζητήσει, να φύγουν το συντομότερο.  Δεν πλήρωναν το ενοίκιο ως όφειλαν, μου είχε πει μια μέρα. Ήδη μου χρωστάνε ενοίκια τριών μηνών, δεν είναι καλοί άνθρωποι κύριε Γιάννη.

Εκείνο το πρωί λοιπόν, έφτασε στο εξοχικό της για να δει τι συνέβη. Κάποιος άλλος γείτονας, την ειδοποίησε πως οι άνθρωποι που νοίκιαζαν το σπίτι της, έφυγαν και η πόρτα του σπιτιού παρέμενε ανοιχτή.

-Βλέπεις κύριε Γιάννη, η κακία των ανθρώπων που έφτασε; Εγώ  σου είπα τότε πως αυτοί δεν ήταν καλοί άνθρωποι, τι τους έφταιγε η κληματαριά μου;

Ο άνθρωπος λοιπόν αυτός ήταν φονιάς, θα μπορούσε να εκτελέσει ποιο εύκολα τον συνάνθρωπο του, για ασήμαντη αιτία, πως και έπεσα τόσο έξω, δεν το πιστεύω.

Για να εκδικηθεί λοιπόν τη γυναίκα, η οποία το αυτονόητο έκανε, να τον διώξει δηλαδή, αφού δεν ήταν εντάξει στις υποχρεώσεις του, πήρε το πριόνι και έκοψε τον κορμό της κληματαριάς, πολύ χαμηλά, τόσο χαμηλά που να μην έχει τη δυνατότητα, να βγάλει καινούργιους βλαστούς.

Έριξα μια ματιά στα μαραμένα της φύλλα, μα και στα κέρινα σταφύλια, που άρχιζαν να παίρνουν το χρώμα το «κεχριμπαρένιο» και η καρδιά μου πόνεσε. Αυτή η κληματαριά, θα ήταν τουλάχιστον είκοσι χρόνων.

Γιατί θεέ μου τόσο μίσος;

Το μόνο που μπορούσα να κάνω, ήταν με τη βοήθεια και άλλων που εν τω μεταξύ είχαν έρθει από τα γύρω σπίτια, να μαζέψουμε σταφύλια, βλαστούς και κλαδιά και να τα πετάξουμε.

-Το πουλάω κύριε Γιάννη μου είπε, δεν μπορώ να το συντηρήσω, βοηθείστε κι’ εσείς να βρω κάποιον αγοραστεί.

Η κυρά Ελένη όμως δεν περίμενε και πολύ χρόνο, πολλοί ήθελαν να το αγοράσουν, γιατί ήταν σε καλό μέρος, μα και άνετο για μια οικογένεια για εξοχικό, ή μόνιμη κατοικία ήταν ότι έπρεπε και σε καλή τιμή.

-Καλημέρα είπα στον καινούργιο μου γείτονα, αν θελήσετε κάποια βοήθεια  τώρα στην αρχή να μου πείτε.
-Σας ευχαριστώ πολύ μου απάντησε, ελάτε να σας κεράσω για τα καλορίζικα.
-Μια άλλη φορά του είπα δεν θα χαθούμε. Πρόσεξα όμως πως καθάριζε το χώμα γύρω από τον κορμό της κληματαριάς, που μόλις και προεξείχε.
-Η κληματαριά αυτή έχει ιστορία…
-Ξέρω, με πρόλαβε εκείνος, την έκοψε κάποιος ξένος που έμενε εδώ, για να 
εκδικηθεί την κυρά Ελένη. Τον βρήκε όμως η αστυνομία από ότι έμαθα και τον απέλασε. Πιστεύω πως, καινούργια βλαστάρια θα βγάλει σύντομα, δύο με τρία τουλάχιστον μάτια, έχει εδώ κάτω, κάτω.

Πέρασαν τα χρόνια και την αυλή του Κώστα, του καλού μου γείτονα, τη σκεπάζει η αναγεννημένη κληματαριά, με τα υπέροχα κέρινα σταφύλια.

Ακόμα μια ρακή κυρ Γιάννη;

Έτσι περνάμε ακόμα και σήμερα, κουτσομπολεύοντας τη ζωή κι’ ας μας κουνάει το μαντήλι, ποιος της δίνει σημασία. Καλή καρδιά.

Πόσο αλήθεια ωραίο πράγμα είναι, όταν ο άνθρωπος είναι άνθρωπος. Λόγια του κωμικού ποιητή, Μένανδρου του Αθηναίου.

Ὡς χαρίεν ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Τα τσομπανόσκυλα...






Τα τσομπανόσκυλα…

Το ταβερνάκι του Γιώργη, στις νότιες παρυφές του μικρού χωριού, τα χρόνια εκείνα, ήταν τα βράδια πάντα γεμάτο, με εκείνους τους απλούς ανθρώπους, τους γεμάτους ανθρωπιά. Μια ζεστή φιλική γωνιά με εξαιρετικά φαγητά και φίνο κρασάκι, από τα δικά του τ’ αμπέλια.

Εκείνο το σαββατιάτικο βράδυ, στην αυλή της ταβέρνας, οι παγωμένες μπύρες είχαν την τιμητική τους.
Εβίβα ο ένας, στην υγεία μας ο άλλος και τέλος άσπρο πάτο, τ’ αστέρια κατέβηκαν για πάρτι, με τις πυγολαμπίδες. 

Περασμένα μεσάνυχτα και το ταβερνάκι το μικρό, άρχισε να αδειάζει σιγά, σιγά. Το δρόμο φώτιζε η αυγουστιάτικη πανσέληνος, ότι έπρεπε δηλαδή για τη θολούρα των ματιών.
Βάδιζα αργά για το σπίτι, ένα μικρό δωμάτιο νοίκιαζα, μα ένιωθα άνετα με τους εξαιρετικούς εκείνους ανθρώπους, που με φιλοξενούσαν.

Τα φοβερά, μεγαλόσωμα τσομπανόσκυλα, τα είδα να με πλησιάζουν, κουνώντας την ουρά τους, λες κι’ ήμουνα εγώ το αφεντικό τους.
Μπα, είπα, πως και βρέθηκα εδώ, ως φαίνεται  θα πήρα το μικρό δρομάκι, που οδηγεί στο μεγάλο μαντρί του γέρο Μενέλαου.

Το έδαφος μύριζε έντονα, είχα φτάσει λοιπόν στη μεγάλη στάνη, με τα χίλια πρόβατα του γέρο Μενέλαου. Και τα σκυλιά, αυτά τα θηρία, καθόταν δίπλα μου, με άφηναν να τα χαϊδεύω και να τους μιλώ, ναι, ρωτούσα ένα, ένα, να μου πει το όνομα του, κρατώντας του το πόδι.

-Κύριε Γιάννη,
-κύριε Γιάννη, άκουσα κάποια στιγμή τις φωνές του Γιώργη, μα και του γέρο Μενέλαου. Μπα, τι δουλειά έχουν αυτοί τέτοια ώρα εδώ σκέφτηκα, μα και τι να με θέλουν άραγε.
-Εδώ είμαι τους φώναξα.

Πλησίασαν με την ψυχή στο στόμα.
-Μια ώρα σε ψάχνουμε μου είπαν, σε είδαμε λιγάκι πιωμένο – το λιγάκι τι το ήθελαν τώρα - και πήγαμε στο σπίτι, να βεβαιωθούμε πως έφτασες καλά.
-Και γιατί να πάω στο σπίτι, τους αποκρίθηκα, βρήκα εδώ την παρέα μου.
-Μα πως γίνεται αυτό, κανονικά τα σκυλιά θα έπρεπε να σε είχαν κάνει, κομμάτια, μου είπε ο γέρο Μενέλαος, κάνοντας το σταυρό του, βλέποντας τα, να κάθονται δίπλα μου και να γρυλίζουν επικίνδυνα, έτοιμα να επιτεθούν στον Γιώργη.

Το κεφάλι μου πονούσε πολύ, κοντά μεσημέρι πλησίαζε, το παράκανα στον ύπνο σκέφτηκα, μα ήπια το κρύο καφεδάκι που μου είχε αφήσει, ζεστό βέβαια από το πρωί, η κυρά Ελένη, η νοικοκυρά του σπιτιού.  

Βγήκα έξω και κοίταξα απέναντι το μικρό λοφίσκο με τη στάνη του γέρο Μενέλαου. Το κοπάδι είχε χαθεί, πίσω από τη μικρή ρεματιά, μα άκουγα καθαρά τα γαυγίσματα των σκύλων.
Για στάσου είπα, αλήθεια ήταν η χθεσινή μου βόλτα στο μαντρί, δεν ήταν όνειρο. Και τα σκυλιά, παράξενο, τόσο φιλικά μαζί μου, τι να συνέβη άραγε;

-Μονολογείς κύριε Γιάννη; με ρώτησε η κυρά Ελένη που ήταν στην αυλή, χωρίς να την προσέξω.
-Ναι κυρία Ελένη, λέω πως καμιά φορά, φίλους μπορεί να βρεις και μέσα στην κοπριά, κι’ αυτή η φιλία κυρία Ελένη, δε θα σε προδώσει ποτέ.