Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Και τις πέτρες τις αλλάζει ο καιρός...






Και τις πέτρες τις αλλάζει ο καιρός…

Η επτάχρονη εγγονή μου, βάλθηκε να εξετάζει με περιέργεια το χέρι μου.
-    Τι ψάχνεις να βρεις στο χέρι μου Γιασεμούλα μου; Τη ρώτησα.
-    Παππού ξέρεις με τι μοιάζει το χέρι σου;
-    Με τι μοιάζει αγάπη μου;
-    Παππού θυμάσαι εκείνο το οργωμένο χωράφι, με τις πολλές πέτρες, που μου είχες πει πως με εκείνες οι αρχαίοι άνθρωποι έκαναν εργαλεία;
-    Το θυμάμαι καλό μου, μα τι σχέση έχει αυτό με το χέρι μου;
-    Του μοιάζει παππού, του μοιάζει, δες και μόνος σου.

Κοίταξα τα ματάκια της που συνέχιζαν να εξετάζουν με προσοχή τα κακοτράχαλα μονοπάτια του.
Πολλές οι ερωτήσεις της, μα τι να της πω, είναι αλήθεια πως κι’ εγώ ακόμα, δεν είχα  προσέξει τις χαράδρες τους, λες και τα χέρια δεν ήταν
τα δικά μου, θαρρείς και τα έβλεπα πρώτη φορά.

Την επόμενη φορά, σου υπόσχομαι, πως θα σου πω πολλά της απάντησα, τώρα όμως  πρέπει να φύγω.
Τα λουλούδια τα περιστεράκια θα θέλουν το 
νερό τους το φαγητό τους, εσύ να με περιμένεις το Πάσχα και θέλω να δω στροφές, πολλές φιγούρες στο πατινάζ. 

Άφησε το χέρι μου, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε, παππού μου σ’ αγαπώ πολύ και θα μου λείψεις.

Με δυσκολία προσπάθησα να κρύψω κάποιο δάκρυ μου. Αυτά τα άτιμα τώρα τελευταία, φαίνεται πως βρήκαν τον τρόπο να δραπετεύουν…

Μικρό μου ρόδο. Ανέσπερο φως. Μπουμπούκι της αυγής, ο κόσμος μου όλος, μάλαμα καρδιάς, το χάδι της ψυχής.

Ο χρόνος περνά, οργώνοντας κάθε φορά όλο και ποιο βαθειά τα χέρια.
Πότε βλοσυρός, πότε κεφάτος, πικρός μα και γλυκός καμιά φορά.
Κάθε ρυτίδα και μια ιστορία.

Θα πρέπει να είμαι δεκατεσσάρων χρόνων περίπου και ο πόνος στα χέρια μου από τις φουσκάλες είναι αφόρητος, το σκάψιμο δεν είναι εύκολη δουλειά. 
Τα παιδικά μου χέρια αρχίζουν να χάνουν τη δροσιά τους…

Τώρα ο κύκλος έκλεισε κι’ ακούμπησαν στην άλλη δροσιά, σ’ αυτήν που εκείνα έδωσαν.
Στο μικρό μου το ρόδο..

Όμως αυτά είναι η ίδια η ζωή, ένα βιβλίο με ατέλειωτες, λευκές σελίδες.

Της παναγιάς θα σφίξουν την εικόνα, θα πολεμήσουν, θα πονέσουν και κουρασμένα θα χαϊδέψουν.

Και τώρα στη στροφή την τελευταία, αυτή που λέμε τη μοιραία, εσένα ρόδο μου γλυκό αγκαλιάζουν, με την ευχή τα δικά σου χεράκια
να μείνουν πάντα δροσερά.
Να μην πονέσουν ποτέ, όπως τα δικά μου πόνεσαν.

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Η κυρία Άννα.






H κυρία Άννα.

Προχθές ύστερα από καιρό άκουσα τη φωνή της στο τηλέφωνο.
-    Τι κάνεις κύριε Γιάννη;
-    Καλημέρα κυρία Άννα, είμαι καλά, εσύ πως τα περνάς;
-    Άστα, στο κρεβάτι είμαι, δεν μπορώ πλέον να κινηθώ, μια ξένη γυναίκα
με βοηθάει όσο μπορεί και εκείνη. Όμως σε πήρα τηλέφωνο κύριε Γιάννη για να μου πεις, εσύ ξέρεις, σίγουρα θα τα χάσουμε τα λεφτά μας;
-    Ποια λεφτά μας, κυρία Άννα.
-    Να αυτά που έχομε στην τράπεζα, μου είπε με φωνή φοβισμένη.
-    Ποιος είπε τέτοιο πράγμα, τι είναι αυτά που μου λες πρωί, πρωί;
-    Άκουσα πως την εθνική θα την πάρει κάποια άλλη τράπεζα.
-    Κυρία Άννα, μην ανησυχείς, κανένας δεν μπορεί να πάρει την εθνική τράπεζα, κάτι άλλο άκουσες και μπερδεύτηκες.

Αυτή όμως ανησυχούσε, φοβόταν με αυτά που άκουγε στην τηλεόραση.

Έχουν περάσει πολλά, πάρα πολλά χρόνια από εκείνο το πρωινό. Είχα απελπιστεί πως δεν θα έβρισκα κάποιο σπίτι για να νοικιάσω, ώσπου ένα βράδυ, περνώντας από εκείνον τον δρόμο, είδα μια γυναίκα να βάζει στην εξώπορτα της πολυκατοικίας, εκείνο το ενοικιάζεται.
Επιτέλους είπα μέσα μου, τελείωσαν τα βάσανα μου, είναι και σε πολύ όμορφο μέρος. Και πράγματι άρεσε και σε μένα, δέκα χρόνια με φιλοξένησε.

Η κυρία Άννα ήταν εκείνη η γυναίκα, που δεν πρόλαβε να βάλει το ενοικιάζεται και είχε να το λέει. Ο κυρ Γιάννης ήταν ο ποιο γρήγορος ενοικιαστής…

Εκείνη λοιπόν διαχειριζόταν όλα τα διαμερίσματα του τετάρτου ορόφου ιδιοκτησίας ενός ξαδέλφου της. Τον μοναδικό συγγενή που είχε δηλαδή.
Κοντά στα εξήντα της, μόνη στη ζωή, είχε παντρευτεί έναν υπέροχο άνθρωπο που από πολύ νωρίς είχε χάσει την σύντροφό του, τον κυρ Αντώνη.  
Αν και είχαμε μεγάλη διαφορά στην ηλικία κάναμε παρέα, πηγαίναμε συχνά για ψάρεμα. Είχε ο ίδιος μια πολύ μικρή βαρκούλα και με εκείνη μέσα στο λιμάνι μικρά ψαράκια πιάναμε με καθετή, μα ήταν «πεντανόστιμα» όπως τα έψηνε η κυρά Άννα. Κάποια μέρα θυμάμαι, πέρασε δίπλα μας κάποιο καΐκι και με το κύμα που δημιούργησε, έριξε τον κυρ Αντώνη στη θάλασσα που εκείνη τη στιγμή ήταν όρθιος.
-    Να δεις, που σα να έπεσα στη θάλασσα μου είπε, ενώ προσπαθούσε με τη βοήθεια μου να μπει μέσα στη βάρκα. Δε θα ξεχάσω το χιούμορ του.  Μας χαιρέτησε όμως έτσι ξαφνικά κάποιο βράδυ, για το σταυροδρόμι τ’ ουρανού.

-    Κύριε Γιάννη, ξέρω τι λες μέσα σου, μέρες της απόμειναν, ίσως και ώρες  κι’ αυτή για τις καταθέσεις της ενδιαφέρεται.
-    Τι είναι αυτά που λες Άννα μου, πρόλαβα να της πω.
-    Ξέρω τι λέω. Ο άνθρωπος όμως ελπίζει όσο ζει, ελάχιστα χρήματα είναι μα δε θέλω να πληρώσουν άλλοι το ενοίκιο. Ξέρεις ποιο ενοίκιο θέλω να πω.

Τώρα εδώ που τα λέμε, αυτή γιατί να διαφέρει από όλους μας. Έχεις; Τι σημασία έχει πόσα, ποιο πολλά θέλεις να μαζέψεις, με όποιο τρόπο μπορείς. Ναι με όποιο τρόπο. Η ηλικία;  Δεν παίζει κανένα ρόλο.

Έχεις το μάλαμα, έχεις φίλους. Έχεις ακριβή ρόδα είσαι και χουβαρντάς; Έχεις και τα δροσάτα τα φιλιά. Έχεις και «καμπινάτο» πλεούμενο με μπαρ και βότκα πορτοκάλι; Έχεις για παρέα και τα δίμετρα μοντελάκια.
Δεν έχεις; Δεν υπάρχουν φίλοι για σένα. Είσαι «μπεγλέρι» δίχως χάντρες… 

Παράξενος που είναι ο κόσμος…

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Η Κουκουβάγια.







Η Κουκουβάγια.

Το κυνήγι το αγαπούσα πολύ. Από πολύ παλιά κυνηγούσα, με παρέα, ή και μόνος μου πολλές φορές, με συντροφιά όμως πάντα τη Λίζα μου.
Ήταν ένα πανέξυπνο θηλυκό Πόιντερ, σκυλί φέρμας δηλαδή, κατάλληλο για πέρδικα, ορτύκι, μπεκάτσα και άλλα πουλιά.
Αγαπημένο μου θήραμα ήταν το αγριογούρουνο. Κουραστικό και επικίνδυνο κυνήγι με ειδικά σκυλιά, που λίγοι είχαν τα χρόνια εκείνα.

Ξεκινήσαμε χαράματα εκείνη την Κυριακή, από ένα χωριό του Έβρου. Μια παρέα τρία άτομα, με δυο σκυλιά κατάλληλα για το κυνήγι του αγριόχοιρου.
Το «καρτέρι» όπως λέγεται, σε δύο επιλεγμένα σημεία, στην αρχή της χαράδρας, εγώ αριστερά ο φίλος μου ο Δημήτρης δεξιά και ο άλλος της παρέας, στο βάθος της χαράδρας με τα δυο του σκυλιά.

Καμιά ένδειξη για την παρουσία κάποιου θηράματος, αν και είχαν περάσει περίπου δυο ώρες. Όμως κάποια στιγμή ακούστηκαν τα γαυγίσματα των σκυλιών και αμέσως μετά πυροβολισμοί , από τον άνθρωπο που ερχόταν από τη χαράδρα. Πιστέψαμε τότε, εγώ κι’ ο φίλος μου ο Δημήτρης, πως κάποιο αγριογούρουνο είχε σκοτώσει ο τρίτος της παρέας και έτσι κατηφορίσαμε και εμείς. Ένα αγριογούρουνο δεν μπορεί να μεταφερθεί μόνο από ένα άτομο και μάλιστα μέσα από μια χαράδρα. Τα μεγάλα καμιά φορά φτάνουν και τα εκατό κιλά ίσως και παραπάνω.

Δεν μπορώ να περιγράψω, τα συναισθήματα και το σφίξιμο της καρδιάς. Αν και πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το θανάσιμα τραυματισμένο Ζαρκάδι. Αυτός ο ασυνείδητος άνθρωπος, είχε χτυπήσει σε καίριο σημείο το όμορφο ζώο, που προσπαθούσε μάταια να σηκωθεί. Είχα ακούσει πως τα ζαρκάδια κλαίνε και είναι αλήθεια, ποτάμι τα δάκρυα του που σταμάτησαν, μόνο κλείνοντας τα μάτια του, για πάντα.

Όρκος απαράβατος, αν και δεν έφερα εγώ καμιά ευθύνη, το κυνήγι τελείωσε για μένα, το όπλο μου πέρασε στη θήκη του οριστικά.
Πράγματι τήρησα τον όρκο μου μέχρι που…

Τα περιστέρια μου, πριν από λίγα χρόνια, ήταν ελεύθερα. Οι φωλιές τους ήταν υπερυψωμένες πάνω σε μεγάλες σιδερένιες σωλήνες, με το απαραίτητο σκέπαστρο για την βροχή και τον αέρα.
Όταν πήγαινα, κατέβαιναν όλα, ήξεραν πως θα τους έδινα σπόρια, χαιρόσουν να τα βλέπεις να σκαρφαλώνουν στους ώμους, να τσιμπολογούν ψωμί μέσα από τα χέρια μου.   

Όταν τα βλέπω να τριγυρίζουν,
τον κόσμο λες και ζωγραφίζουν.
Έχω χαρά σαν με αγγίζουν
κι’ αυτά το νιώθουν και φτερουγίζουν.

Και περιμένουν και με κοιτάζουν,
σπόρια αν δεν πάρουν δεν ησυχάζουν.
Αρχίζουν τότε να τραγουδάνε,
το ένα στο άλλο φιλιά σκορπάνε.

Εκείνο το καλοκαίρι παρατήρησα, πως μικρά χωρίς φτερά ακόμα, πέθαιναν 
χωρίς λόγο. Παράξενο, μυστήριο. Δε άργησα όμως να ανακαλύψω την αιτία.
Οι γονείς τους εξαφανίζονταν, με αποτέλεσμα χωρίς τροφή να πεθαίνουν.  
Τα περιστέρια δεν αφήνουν τη φωλιά τους, τα χωρίζει μόνο ο θάνατος. 
Ασυνείδητοι κυνηγοί σκέφτηκα. Αυτά έφευγαν το πρωί και γυρνούσαν μετά από ώρες.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι απώλειες ήταν μεγάλες, σχεδόν κάθε μέρα 
έλειπε και ένα περιστέρι, μέχρι που βρήκα ίχνη από αίμα.
Το μυαλό μου πήγε στο γεράκι, μα πάλι αν ήταν έτσι, θα υπήρχαν πολλά ίχνη από φτερά κ.λ.π.
Είχα ακούσει όμως, πως μια μεγάλη κουκουβάγια, μπορεί να κάνει πολύ  μεγαλύτερη ζημιά, από ένα γεράκι.
Το γεράκι θα σκοτώσει κάποιο περιστέρι, μα δεν θα γυρίσει την επομένη.
Η κουκουβάγια όμως, δε θα μείνει στο ένα.

Τη μέρα εκείνη, έφτασα πολύ πρωί στο κτήμα μου. Παράξενο όμως, όλα τα περιστέρια, έρχονταν το ένα μετά το άλλο και από διάφορες κατευθύνσεις. Ήταν φανερό πλέον, πως ο επιδρομέας δρούσε τη νύχτα και γνωρίζω την ώρα, οι κουκουβάγιες κυνηγούν συνήθως τα χαράματα. 

Καρτέρι λοιπόν, δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Ξημερώματα με τον καφέ μου στο χέρι περίμενα. Μια τεράστια κουκουβάγια έκανε την εμφάνισή της, με είδε όμως και με μια απότομη στροφή πήγε να φύγει. Τρεις πυροβολισμοί και το μεγάλο πουλί απομακρύνθηκε τρομαγμένο.

Ποτέ δεν ξαναφάνηκε στο χώρο των περιστεριών μου.

Μα κι’ εγώ τήρησα τον όρκο μου, τα φυσίγγια μου δεν είχαν σκάγια…